ζαρκάδι


ζαρκάδι
[заркади] ουσ. о. козуля, газель,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ζαρκάδι" в других словарях:

  • ζαρκάδι — Αρτιοδάχτυλο κερασφόρο μηρυκαστικό της οικογένειας των ελαφιδών. Ζει στις δασώδεις περιοχές της Ευρώπης, από τη Σκανδιναβία και τη Μεγάλη Βρετανία έως τη νότια Ιταλία και την Ελλάδα. Τρέφεται με φυτικές ουσίες, που αναζητά συνήθως κατά το… …   Dictionary of Greek

  • ζαρκάδι — το ιού, ζώο ευκίνητο που ανήκει στην οικογένεια των ελαφιδών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δορκάς — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 540 μ., 482 κάτ.) του νομού Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται κοντά στα όρια με τον νομό Κιλκίς. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λαχανά. * * * η (AM δορκάς Α και δόρξ, ρκός, η και δόρκος, ο και δόρκων, ωνος, ο και ζορκάς, η και ζορξ… …   Dictionary of Greek

  • ζάρκαδος — ο το ζαρκάδι. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεγεθυντικό τού ζαρκάδι*] …   Dictionary of Greek

  • ζαρκαδήσιος — ια, ιο [ζαρκάδι] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο ζαρκάδι (φρ. «ζαρκαδήσιο κρέας») …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • δορκάδιο — το (AM δορκάδιον) νεοελλ. φυτοφάγο κολεόπτερο τής οικογένειας τών κεραμβυκιδών αρχ. μσν. ζαρκάδι μικρής ηλικίας, ζαρκαδάκι αρχ. 1. ασημένιο κόσμημα με το σχήμα ζαρκαδιού 2. το φυτό δίκταμνο …   Dictionary of Greek

  • δορκαδίζω — (Α) πηδώ, σκιρτώ σαν ζαρκάδι …   Dictionary of Greek

  • δόρκων — ( ωνος), ο (AM) αρσενικό ζαρκάδι …   Dictionary of Greek

  • ζορκάς — ζορκάς, ( άδος) και ζόρξ, ( κός), ή (Α) διαφ. τ. τού δορκάς* ζαρκάδι …   Dictionary of Greek